Ο ρατσισμός στα χρόνια του καφέ και τα λουκέτα που θα πέσουν σαν βροχή.

Όλη την ώρα στροβιλίζει στο μυαλό μου το αμερικανοφερμένο “hot potato”, κυρίως γιατί αν είχα μία καυτή πατάτα θα τους την πετούσα ή θα περίμενα να κρυώσει λίγο και να την φάω. Ούτε για την καυτή πατάτα μου, δεν είστε. Ναι, εσείς. Εσείς που με τα ψεύτικα χαμόγελα μας καλωσορίζετε και με το ίδιο ψεύτικο χαμόγελο μας ξεπροβοδίζετε. Θα σας πω, λοιπόν, μία ιστορία.

Μία φορά κι έναν καιρό.. Σε μία επαρχιακή πόλη που δεν είχε όνομα υπήρχε ένας Μικρός Καφενές. Ολημερίς κι ολονυχτίς έφτιαχνε καφέδες και σέρβιρε νερά κι άδειαζε τασάκια κι ήταν τόσο ζεστά και φιλικά, θαρρείς πως είχες συναντήσει τον Γκάντι των καφέδων. Οι μέρες περνούσαν κι ο Μικρός Καφενές φούσκωνε από κόσμο κι έσφυζε από ζωή, ευτυχισμένο κι αποκαμωμένο κάθε βράδυ έκλεινε τα μάτια του κι ονειρευόταν πως κάποια μέρα, θα γεμίσει από τροφαντές κυρίες με πλουμιστά μαντήλια και χρυσά βραχιόλια, συνοδευόμενες από πλούσιους κυρίους που φορούν ακριβά κοστούμια και τσέπες γεμάτες με χρυσά φλουριά κι ανα χείρας πουράκλες που καπνίζουν σαν την καμινάδα του μικρού τσαρδιού που είχε μεγαλώσει. Μμμμμ, έλεγε, μία μέρα αυτα τα φλουράκια θα είναι δικά μου, μμμμμ, όλα δικά μου, κι έτσι με το νανούρισμα της σκέψης αποκοιμιόταν… Κάθε μέρα που περνούσε ο Μικρός Καφενές άνοιγε τις πόρτες του, έφτιαχνε τους καφέδες του, τα τσαγάκια του κι όλο φυσούσε στο πεζοδρόμιο να γεμίσει όλη η πόλη με τα αρώματά του. Στην αρχή, έρχονταν συνεχώς νέα παιδιά, με χαχανητά και χρώματα και φαινόταν ευχαριστημένο. Μα, κάτι του έλειπε. Τα φλουράκια μου, αποκρινόταν με θλίψη, πότε θα έρθει η στιγμή να γευτώ και να πασαλειφτώ με τα χρυσά φλουράκια μου;;

Μία μέρα, λοιπόν, άνοιξε τις πόρτες του, άφησε τα αρώματά του να ξεχυθούν στους δρόμους και Ω ΗΡΘΑΝ ΤΑ ΦΛΟΥΡΑΚΙΑ ΜΟΥ, αναφώνησε όλο χαρά. Ήταν η μέρα που πάτησε το χοντρό πόδι του ο κ. Οικονομίδης, μετά της συζύγου του κι ο Μικρός μας Καφενές έβαλε το χρυσό χαμόγελό του, παραμέρισε τα νέα παιδιά, όσο κι αν του γέμιζαν τα τραπεζάκια του, υποκλίθηκε με σεβασμό, χτύπησε τα μαξιλάρια του, έστρωσε κόκκινο χαλί και τους υποδέχτηκε με ανοιχτές αγκάλες. Μμμμμμ τα φλουράκια μου, σιγοψιθύρισε, αλλά αυτή τη φορά με εκδηλη ραδιουργία και κουτοπονηριά. Μπρος βρωμερά κατακάθια του υπονόμου, ήρθε ο κ. Οικονομίδης! Δρόμο! Δεν είμαι εγώ ο Καφενές σας. Εδώ είναι Cafe-Bar-Restaurant. Τα παιδιά που άλλοτε γέμιζαν τα τραπεζάκια του και τους τοίχους του με χαχανητά και χρώματα, τώρα ήταν οι λάσπες στα πανάκριβα και κιτς σκαρπίνια του.

Οι μέρες περνούσαν και ο μικρός Καφενές, πια, είχε μεταμορφωθεί σε πρωτοκλασσάτο Cafe-Bar-Restaurant. Τοπικός αστέρας που απ’ όπου κι αν περνούσε μαγνήτιζε τα βλέμματα και προκαλούσε τον θαυμασμό! Χαιρόταν τις μέρες της δόξας του πίνοντας εξαιρετικής ποιότητας μπέρμπον, συζητώντας με τους καλύτερούς του φίλους τον κ. Οικονομίδη, τον κ. Νεοπλουτίδη, τον κ. Πλουσιάδη και την κα Χρυσοβραχιολίδου. Μιλούσαν για ταξίδια με σκάφη αναψυχής, για το χρηματιστήριο, για τα φλουράκια που έτρωγαν και γελούσαν χαιρέκακα με αυτούς που πεινούσαν. Με την πλέμπα, έτσι πλέον έλεγαν τα νέα παιδιά που παλιότερα γέμιζαν τους τοίχους του με χαχανητά και χρώματα. Κάθε φορά που έβλεπε κάποιον παρακατιανό από αυτή την άθλια σέχτα κοντοστεκόταν και με υπεροψία τους σκάναρε από πάνω μέχρι κάτω και στο τέλος μειδίαζε αυτάρεσκα. Θα κάτσατε ώρα φτωχομπάμπουρες; Περιμένουμε κόσμο, οι οποίοι έχουν αλλεργία σε εσάς, θέλετε να κάτσετε εδώ έξω σε ένα πεζούλι πιο δίπλα και να κάνετε ότι δεν υπάρχετε;, τους είπε αυστηρά και γεμάτο κακία. Τα παιδιά ρούφηξαν απ’το φλυτζάνι του καφέ δύο γουλιές κι άλλες δύο από το τσάι βουνού Μαδαγασκάρης. Λίγο στεναχωρημένα που τους ξεχώριζαν, μα γεμάτα αξιοπρέπεια, είπαν με ένα στόμα-μία φωνή, έχουμε τη δύναμη, να φύγουμε και να μην ξαναγυρίσουμε πια. Καφενέδες υπάρχουν ομορφότεροι και κυρίως περισσότερο ανθρώπινοι κι ευγενικοί. Έτσι, λοιπόν, έφυγαν ήσυχα, κλείνοντας την πόρτα πίσω τους και δεν ξαναγύρισαν ούτε καν για να κοιτάξουν.

Πέρασαν δύο χρόνια, ο πρώην Μικρός Καφενές που μεγάλωσε κι έγινε Cafe-Bar-Restaurant, έχασε τον κ. Οικονομίδη, τον κ. Νεοπλουτίδη, τον κ. Πλουσιάδη και την κα Χρυσοβραχιολίδου, γιατί άνοιξε λίγο παραδίπλα μία Λέσχη Πλουσίων με δωρεάν πούρα Αβάνας, τραπεζάκια από μάρμαρο Πεντέλης κι εκλεκτό καφέ από ένα χωριουδάκι της Ανδαλουσίας, κλέβοντας τα φώτα της δημοσιότητας, τη δόξα και τον κόσμο του Cafe-Bar-Restaurant που πλέον έγινε -πάλι- Μικρός Καφενές, αλλά αυτή τη φορά άδειος. Όσο κι αν φυσούσε στο πεζοδρόμιο, όσο κι αν κουνούσε την βεντάλια, για να ξεχυθούν τα αρώματά του σε ολάκερη την Πόλη, όσο κι αν άνοιγε τις πόρτες και τα παραθύρια του τόσο που πονούσαν οι μεντεσέδες του, παρέμενε άδειο και γκρίζο. Ω, μα αυτά δεν είναι τα παιδιά με τα χαχανητά και τα χρώματα που μου γέμιζαν τους τοιχους και τα τραπεζάκια μου;, αναρωτήθηκε όλο ελπίδα. Μα, αυτά προσπέρασαν ούτε που γύρισαν να το κοιτάξουν, έτσι ακριβώς όπως είχαν αποφασίσει. Ο μικρός κι άδειος Καφενές πήγαινε και ξεροστάλιαζε έξω από τη Λέσχη Πλουσίων, φωνάζοντας γεμάτο απελπισία και με στομάχι που γουργούριζε, κ. Οικονομίδη! κ. Νεοπλουτίδη! κ. Πλουσιάδη! κα Χρυσοβραχιολίδου! έχω εκλεκτό καφέ και πούρα ΕΛΑΤΕ. Ωστόσο, κανείς δεν του έδινε σημασία εμείς ήμασταν φίλοι, με ξεχάσατε κιόλας; κι έμενε πάντα εκεί απορημένο και ξερακιανό. Αναρωτιόταν πού πήγαν τα φλουράκια του, μα πιο πολύ του είχαν λείψει τα χαχανητά και τα χρώματα. Γιατί μόνο αυτά τον εκτίμησαν τον Μικρό Καφενέ. Χωρίς κόκκινα χαλιά, χωρίς θερμές χειραψίες, χωρίς καφέδες που έπρεπε να έχουν τριφτεί στα πόδια νεράιδας. Αχ, έπρεπε να ήμουν ευγνώμων κι ευγενικό. Τώρα είμαι απλά άδειο , είπε και σκούπισε ένα δάκρυ κλειδαμπαρώνοντας μία για πάντα το πορτάκι του.

 

key-802763_960_720

Comments

comments

Share

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Time limit is exhausted. Please reload CAPTCHA.