Να εξομολογηθώ; -3.

..Πέρνα. Δεν έχω καλή διάθεση σήμερα. Έχω και τ’ αυτί μου που βουίζει όλη μέρα.. Κάτι θ’ ακούσω, ευτυχώς είν’ το δεξί, λέγανε στο χωριό ότι έτσι θα πάρεις καλό μαντάτο. Ακούς και τίποτα καλό αυτές τις μέρες μωρέ; Αι σιχτίρ, αγανάχτησα παιδάκι μου, μια ζωή με βάσανα.
Όσο γερνάς· χειροτερεύει. Μάλλον γιατί όταν είσαι παλιόγερος στα εμπιστεύονται τα άσχημα με μεγαλύτερη ευκολία, σου λέει, γέρος είναι, τί άλλο άσχημο να μην αντέξει; Δεν ξέρω· κάτι άσκημο έρχεται.
Έχω κακό προαίσθημα και σφίγνεται η καρδιά μου.
Σήμερα, δεν θέλω να μου μιλήσεις άσε με να σου πω εγώ..

Από τα μικράτα μου ξεχώρισα τί είναι αυτό που αξίζει στη ζωή, για να την εκτιμήσεις. Είναι η απουσία. Καλά τ΄ακούς.. Εμείς μεγαλώσαμε με την απουσία. Απουσία πολυτέλειας, φαγητού, χαδιού, αγάπης και προστασίας. Δεν φοβηθήκαμε πόλεμο, πείνα ή θάνατο. Μόνο τις Μοίρες και πώς ορέγονταν να γράψουνε για μας στα κιτάπια τους. Όλα αυτά ήταν στα πόδια μας, γινόνταν κάθε μέρα κι έπρεπε να πετρώσουμε για να αντέξουμε, να παλέψουμε με την απουσία. Ματώναμε τα χέρια μας για να κρατηθούμε ζωντανοί. Σκαλίσαμε τη γη, σκαρφιστήκαμε γιατροσόφια, δεν χαλάσαμε σάλιο σε πολλά λόγια, με έναν και μονο σκοπό : Την επιβίωση.

Σας βλέπω κι εσάς τους τριβόλους που δε νογάτε τίποτα από ζωή. Δεν αγωνίζεστε, εγκαταλείπετε τη μάχη και κάθεστε κούτσουρα αποκουτιαμένα μπροστά από οθόνες. Η ζωή, μάτια μου, ερχεται παλεύοντας, δεν στην τρατάρει κανείς σε δίσκο. Δεν σου μαθαίνει το μαυροκούτι πώς θα στυλωθείς από φαί, από αγάπη, από κατανόηση. Αυτα είναι ιστορίες για να μαθαίνεις την αλφαβήτα και στέκεστε σ’ αυτά μπίτι ξεμωραμένοι και πιστεύετε οτι θα γίνουν στην αληθινή ζωή. Είναι σκληρή η ζωή μας και πάρ’ το χαμπάρι. Έχει γίνει το μυαλό σας βούτυρο. Σχώρα με σαν σε μαλώνω, δεν το θέλω, αλλά κάποιος πρέπει να στα πει. Έχε τα αυτιά σου και τα μάτια σου ανοιχτά, γιατί άπαξ και τα κλείσεις δεν γυρνάει τίποτα, μένει μονάχα μαύρο σκοτάδι κι απόγνωση. Θυμάσαι που σου’ πα να μου βρεις ευτούνο που θα χάριζα και τη ζωή μου; Δεν θα τον βρεις. Σκόρπιες φωτογραφίες, κάτι θύμισες μπαλωμένες κι ούτε καν η μυρουδιά του δεν υπάρχει πια. Τον έχασα τον γεράκο μου..

Εμείς, κόρη μου, δεν είχαμε τις αγάπες αυτές που διαβάζεις στα βιβλία και βλέπεις στους σινεμάδες. Να μορφώνεσαι δε λέω, είναι νέα κόλπα ετούτα, αλλά σκοπός είναι να μάθεις τα ρημάδια σου να διαβάζουν ανάμεσα στις γραμμές και στα ανάκατα γράμματα, πίσω από τις οθόνες, εκεί που τρέχει η ζωή κι εσύ ξωπίσω για να την φτάσεις. Εμείς ήμασταν ντόμπροι άνθρωποι, μετρούσαμε τα λόγια μας. Δεν τα είχαμε τα ξεράδια μας για να χαϊδολογιόμαστε στα δρομάκια, τα είχαμε να στηρίζουμε ο ένας τον άλλο, να βαστάμε τον άνθρωπό μας, σαν πάει να πέσει και να τον σηκώσουμε. Καταλαβαίνεις; Τα μάτια μας δεν τα ‘χαμε για να ΄ξετάζουμε την ομορφιά, τα πλούτη και τα λούσα, τα είχαμε για να προσέχουμε τον άλλον και τον δρόμο που χαράζουμε μαζί. Η αγάπη, κόρη μου, είναι μελίσσι κι εμείς οι άνθρωποι οι εργάτριες του μελισσιού, δουλεύαμε μαζί για να βγάνουμε τους καρπούς μας, να μπολιάσουμε τ’ άνθη. Οι κηφήνες είναι αυτά που σας μαθαίνουν τώρα, χωρίς σκοπό, μονο λόγια να λέτε και καμία ντροπή να τα ξεχαρβαλώνετε. Δεν σου χρειάζονται λόγια, με τα λόγια φτιασιδώνεις τη Γη ολάκερη απ’ την αρχή και τούμπαλιν. Έργα σου χρειάζονται, άνθρωποι που μπορούν να σε κοιτάξουν στα μάτια, που θα σου δώσουν και το βρακί τους στην ανάγκη σου. Μάτια που δεν ντρέπονται να κοιτάξουν στην ίδια πορεία με σένα. Γέλα, κι αυτό σου χρειάζεται, τα μάτια σου -και να μου το θυμάσαι- αξίζει να δακρύσουν όταν χάσεις το γονιό σου, το παιδί σου, τον καρδιακό σου φίλο, τον γεράκο σου. Χωρίς πανηγύρια κι εκρήξεις, αυτά είναι για τα θέατρα και τους παρασάνταλους.

Εγώ, παιδί μου, δεν σου λέω ορμήνειες μόνο για τους βλάμηδές σου. Η τιμιότητα, η καλοσύνη κι η αγάπη ισχύει για σένα την ίδια, τις φιλίες, την οικογένεια κι αυτόν που θα επιλέξεις να σταθεί στο πλευρό σου. Αυτό είναι το μελίσσι σου, ώστε αν τα καταφέρεις και σαν ξύπνια που ‘σαι, να γευτείς τούτο το νέκταρ, αυτό το γλυκό πράγμα που λέγεται ζωή. Ρημάδα ζωή, αλλά ωραία. Με καθημερινούς αγώνες, νίκες ή ήττες δεν έχει σημασία, με όρεξη και μεράκι. Τα πάρε-δώσε στο παζάρι και στη ζωή πρέπει να είναι ισότιμα. Ποτέ παραπάνω, ποτέ παρακάτω. Ζυγιασέ τα καλά και φέρσου σαν να κοιτάς σε καθρέφτη. Ό,τι βλέπεις από σένα και σε ευχαριστεί, τούτο να ζητάς και στους αλλουνούς και να κάμεις.

Εσένα γιαγιά σου λείπουν αυτοί που αγάπησες;

Μωρ’ καημένη, τί σου’ πα για την απουσία; Το’ χεις γράψει σε τούτο το ρημάδι το κασετόφωνο ή τζάμπα στα λέω; Γέλα μωρή μούργα! Να το ξανακούσεις πολλές φορές και να το εμπεδώσεις.
Για σκύψε να σ’ ασπαστώ γιατ’ αύριο θα τα κλείσω τα ρημαδιακά μου. Φτάνουν όσα είδα. Χόρτασα. Αμπάρωσε την πόρτα, αλλά όχι καλά για να με βρουν.
Να σκέφτεσαι παιδάκι μου. Άμε στο καλό..

 

 

Σε όλους αυτούς που χάνονται αφήνοντας πίσω τους μαθήματα και χνάρια, για να πορεύεσαι αρκεί να έχεις τα ρημαδιακά σου ανοιχτά και καθαρά. Επανεκτιμώντας τις αξίες, τους ανθρώπους και τους λόγους που περιφέρεις το κορμί σου, γύρω-γύρω αναρωτώμενος τί θες, να χτίσεις ένα μελίσσι ή να μείνεις για πάντα κηφήνας, μελλοντικό άδειο κουφάρι; 
Σκέψου το.

Comments

comments

Share

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Time limit is exhausted. Please reload CAPTCHA.