Να εξομολογηθώ; -2

 

..Άιντε ρε παιδάκι μου, πού ήσουν γαμώ το φελέκι σου; Νύχτωσε· άλλο λίγο, ρε διάβολε, θα βγούνε τα δαιμόνια. Κούφια να’ ναι η ώρα που τ’ ακούει. Χαμογελάς ε;
Έτσι χαμογελούσα κι εγώ στραβά, όταν ήμουν μικρή, πουτανίστικα, όπως μου’ λεγε η μανούλα μου. Ο Θεός να συγχωρέσει τ’ αποθαμένα της!
Τί έλεγα; Ααα ναι! Δεν θα φας; Εχω φτιάξει τυρόπιτα. Μην το κοιτάς, μου άρπαξε λίγο το φύλλο. Με πήρε ο ύπνος στον καναπέ, γριά γυναίκα είμαι. Τί περιμένεις;

Γιάγια, σήμερα θέλω να μου πεις για κάτι που σε συγκλόνισε αναπάντεχα.

Τι να με έκανε; Αν εννοείς πως έχασα τη γη κάτω από τα πόδια μου, παιδί μου, ήταν όταν πρωτοσυνάντησα τη Βααλιντέ. Δεν την ξέρεις; Κι όμως την έχεις δει κι εσύ. Είναι αυτή που κατοικεί στα μάτια των ανθρώπων, στα χερια των βίαιων και των διαβόλων, στα σπίτια της ντροπής και στις μαύρες καρδιές που δεν ξέρουν πως είναι η αγάπη. Μαυρίζουν και σκουλικιάζουν, σαν σάπιο κρέας. Η κακία. Οταν την δεις για πρώτη φορά, πληγώνεσαι. Αναρωτιέσαι.. Έτσι είμαι κι εγώ; Κι ευχεσαι σε όποιον θεό σε γέννησε, να μην είσαι. Στο αλισβερίσι της ζωής, η κακία εκεί που σου γλείφει τα πόδια, σου γυρνάει με φόρα και σου λιώνει τα ύπατα. Δεν είναι παιχνίδι αυτό.

Ήμουν δεν ήμουν 20 χρονών, όταν απαντήθηκαν οι δρόμοι μας με τη Θάλεια, μικρό κορίτσι σαν κι εμένα, καπάτσα. Δεν την έπιανες. Πήδαγε σαν το κατσίκι, από δω κι απο κει. Την ήξερα από μικρό κορίτσι, ήσυχο, δεν του΄κοβε και πολύ, έλεγες, αρρωστιάρικο σαν το χτικιό. Μωρ΄δεν της το’χες το ριζικό της, άλλα περίμενες χνάρια να χαράξει. Γινήκαμε φίλες, πάλι, γιατί της έτυχε άσχημη μοίρα. Γκαστρώθηκε μια νύχτα με έναν φαντάρο από τη Δράμα, βλάμης της ήτανε, και την έτρεχαν στο γιατρό στην πόλη, να την αδειάσει. Μη σε τρομάζουν τα λόγια μου. Εμείς μάθαμε να τα λέμε ως έχουν, δεν τις στολίζαμε με φλουριά τις κουβέντες. Δεν φτούραγαν τότε τα πολλά-πολλά. Σαν γύρισε πίσω στο χωριό έφερε μαζί της και τους ψιθύρους, τις ξεδιάντροπες ματιές, τις γυναίκες που φτύναν τον κόρφο τους σαν την απαντούσαν, τους άντρες που έστριβαν τη μουστάκα τους με νόημα. Την είχαν για εύκολο παλιοθήλυκο. Αυτό ήταν. Όταν γύρισε, για να τους εκδικηθεί έτρεχε στα ποτάμια και εκπορνευόταν με παντρεμένους άντρηδες και την επόμενη μέρα τα έλεγε με λεπτομέρειες στις κουτσομπόλες του χωριού. Δεν έχαναν κι αυτές ευκαιρία. Τα κουβαλούσαν τα μαντάτα μέχρι τις αυλές και σα βαριοπούλες τα άφηναν, να διαλύουνε σπίτια. Άτιμες οι γυναίκες, κόρη μου. Είμαστε άτιμες ώρες-ώρες. Σε εμάς μπαίνει ο διάβολος πιο εύκολα.

Γιατί την έκανες παρέα ρε γιαγιά;

Τη λυπόμουνα τη σιχαμένη, κανείς δεν της μιλούσε κι αν το’ κανε ήταν για να της θυμίζουν πόσο πόρνη και βρωμιάρα κατήντησε. Άσχημη κουβέντα η πόρνη. Ο πατέρας της έριχνε δυο οκάδες μπερντάχι πρωί-μεσημέρι-βράδυ, σαν φάρμακο που εξαγνίζει την ψυχή. Η μάνα της την έστειλε να μένει στο καλύβι που είχαν τα κοτερά. Χειρότερα κι από ζώο, δεν είχε ούτε ταίστρα για το φαί της· χάμω της το πετούσαν να το τρώει, να μπερδεύει την τροφή με τις ακαθαρσίες. Ούτε λίγο τρεχούμενο νερό, να πλυθεί χαμά στα λαγόνια της. Σκληρά πράματα. Δεν πρέπει να αφήνεις κανένα να είναι απόλυτα μόνος.. Ακόμα κι αν σου κάνει κακό.. Αχ! Στερνή μου γνώση.. Την άφηνα να πλένεται με την κατσαρόλα μου στον καμπινέ μας, αργά το βράδυ, μη μας έπιανε και κανα μάτι, να με είχανε κι εμένα για παστρικιά. Ήμουν η μόνη που τη φρόντιζε κι ούτε ευχαριστώ δεν έλεγε η βρωμερή. Δεν αγάπησε κανέναν, τα μάτια της θαρρείς ολοένα και μαύριζαν. Αυτό το σκοτάδι εξαπλωνόταν σ’ όλο της το πρόσωπο. Πηγαινα να τη νουθετήσω, να της πω να κάμει το σωστό, αλλά ο σάρακας με έφτυνε στα μούτρα, με κλωτσούσε. Δεν ρουφούσε το κεφάλι της, από καλοσύνες. Δεν αγάπησε, κόρη μου, ούτε τη σκιά της. Το μόνο καλό ήταν η κουτοπονηριά της, αν ήταν έξυπνη θα είχε βλάψει κόσμο και κοσμάκη με τα καμώματά της. Έμεινε ζωντανή μέσα στο καθημερινό της θάνατο για λίγες μέρες . Της έριξαν βιτριόλι μια νύχτα και πέθανε μοναχάμεσ’ τη δυσωδία της ύπαρξής της. Στα χρόνια μου, οι γυναίκες για να εκδικηθούν, δεν έμεναν στα λόγια. Kαποιανής τον άντρα είχε κολλήσει με αρρώστια και δεν την άντεξε άλλο την ντροπή γι’ αυτήν και το σπιτικό της. Βιτριόλι! Να μη γλυτώνεις κι αν σε λυπόταν ο Θεός, ζούσες σαν έκτρωμα. Αυτή απόθανε πληρώνοντας ό,τι χρέωσε. Με κακία. Με μανία.. Αυτό που έχει ο άνθρωπος μέσα του, αν δεν προσέξει σε τι μονοπάτια βάζει τα ποδάρια του. Ξεσκίζεις τις σάρκες σου, παιδάκι μου, μακρυά σου λέω! 
Τζάμπα σου΄ βγαλα να φας μωρή φούρκα; Τίποτα δεν ακούμπησες, το στανιό σου για κορίτσι! Σήμερα, πονάνε τα κόκαλά μου. 
Τώρα φεύγα! Σκιάχτηκα με τις κακές θύμησες. Αύριο πάλι..

Τί κακό σου έκανε δεν μου’ πες;

Μου σκότωσε την ελπίδα πως όλοι οι άνθρωποι έχουν έστω και λίγη μπέσα μέσα τους.
Λίγη καλοσύνη για να ξέρετε κι εσείς οι νέοι.
Σκοτάδι, ακόμα και στο λίγο καλό που απομένει στην ψυχή τ’ ανθρώπου.
Στ’ απεύχομαι, αλλά θα καταλάβεις.

Άσχημες ψυχές..

Comments

comments

Share

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Time limit is exhausted. Please reload CAPTCHA.