Κρυμμένο χρώμα

Θύμωσε πάλι με τον εαυτό του.
Ήρθε πάλι εκείνη από το πουθενά και του έδωσε όλα τα χρώματα, εκτός από μαύρο.
Το μαύρο ήταν το αγαπημένο του.
Πώς μπόρεσε; Πώς δεν το κατάλαβε;
Μέχρι να περπατήσουν τα χνώτα τους συμπορεύονταν και άφηναν το ίδιο σύννεφο στο κρύο..

Τόσο απογοητευμένος. 
Τόσο θυμωμένος.. 

Έφυγε πάλι και κλείστηκε στο χρυσό του καβούκι.
Να μην βλέπει κανέναν, να μην ακούει κανέναν.
Μόνο η σιωπή του κι η ανάσα του.
Ένιωθε τόσο διαφορετικός.
Ήταν κάρβουνο σε πάλλευκο καμβά.
Δεν θα επέτρεπε σε κανέναν να του μοιράσει πολυχρωμίες.
Κρύφτηκε απ’τον ήλιο και έβγαζε τη μουσούδα του μόνο τα βράδια, για να σιγουρευτεί πως είναι μόνος. . .

Τόσο μόνος. 
Του έφερε μπουκέτο με όλα τα χρώματα του ουράνιου τόξου.

Εκείνη έμοιαζε με ουράνιο τόξο.
Μα, πως μπόρεσε να μην του φέρει μαύρο. Δεν τον ένιωθε καθόλου.

Την έδιωξε μακρυά, την απέβαλλε τεχνηέντως από τα σκοτάδια του.
Δεν ήθελε καμιά ειρήνη στον πόλεμό του.
Δεν του έδωσε το μαύρο που ζητούσε.
Μα δεν κατάλαβε κανείς ποτέ.

~Σε μωβ βελούδινο πουγκί του είχε φυλαγμένο έναν ψίθυρο~

Όλα τα χρώματα σου φέρνω να φορέσεις, γιατί είσαι εσύ το μαύρο που αγαπάς 
Όλα τα χρώματα σε λόγια, σπασμένα κατά γης.

Comments

comments

Share

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Time limit is exhausted. Please reload CAPTCHA.